φραχτός

φραχτός
η , ό
1) загороженный, огороженный; 2) запруженный; 3) заделанный; 4) могущий быть огороженным, загороженным, запруженным, заделанным

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "φραχτός" в других словарях:

  • φραχτός — ή, ό, Ν βλ. φρακτός …   Dictionary of Greek

  • φραχτός — ή, ό 1. αυτός που μπορεί να περιφραχτεί, να κλειστεί ολόγυρα με φράχτη. 2. ο περιφραγμένος, ο κλεισμένος ολόγυρα με φράχτη. 3. το ουδ. εν. ως ουσ., φραχτό το περιφραγμένο κτήμα ή μέρος κτήματος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φρακτός — ή, ό / φρακτός, ή, όν, ΝΜΑ, και φραχτός Ν, και κατά τον Ησύχ. φαρκτός Α νεοελλ. 1. κλεισμένος με φράγμα, περιφραγμένος 2. αυτός που μπορεί να περιφραχθεί 3. το θηλ. ως ουσ. βλ. φρακτή 4. το ουδ. ως ουσ. το φρακτό περιφραγμένο κτήμα μσν. αρχ.… …   Dictionary of Greek

  • Trirreme — El trirreme (en griego τριήρης/triếrês en singular, τριήρεις en plural) era una nave de guerra inventada probablemente en el siglo VII a. C., desarrollada a partir del pentecóntero. Más corto que su predecesor, era un barco con una vela …   Wikipedia Español

  • σιδηρόφρακτος — και σιδερόφρακτος και σιδερόφραχτος, η, ο, Ν 1. φραγμένος με σιδερένιο πλέγμα, με σιδερένια κάγκελα 2. μτφ. (για πρόσ.) αυτός που φορεί σιδερένια πανοπλία ή ο βαριά οπλισμένος, πάνοπλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιδηρο * / σιδερο + φρακτός / φραχτός (<… …   Dictionary of Greek

  • φρακτικός — ή, ό / φρακτικός, ή, όν, ΝΑ, και φραχτικός Ν [φρακτός / φραχτός] νεοελλ. 1. ο κατάλληλος για περίφραξη («φρακτική δενδροστοιχία») 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα φραχτικά η δαπάνη για την περίφραξη αρχ. μτφ. (για πρόσ.) κατάφρακτος, πάνοπλος… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»